Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Distinguished Service Order


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο distinguished παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Distinguished | Service | Order
Σε αυτή τη σελίδα: distinguished, distinguish

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
distinguished adj (eminent, great)επιφανής, διαπρεπής επίθ
  εξέχων μτχ ενεστ
Σχόλιο: εξέχων, εξέχουσα, εξέχον
 The distinguished professor talked about his early life.
distinguished adj (looking dignified)αξιοπρεπής, μεγαλοπρεπής επίθ
 Who is that distinguished lady sitting by the window?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
distinguish [sb/sth] vtr (make out, see)διακρίνω ρ μ
  βλέπω, ξεχωρίζω ρ μ
 The fog was so thick, Harry could hardly distinguish the road.
 Η ομίχλη ήταν τόσο πυκνή που ο Χάρυ με δυσκολία μπορούσε να διακρίνει τον δρόμο.
 Η ομίχλη ήταν τόσο πυκνή που ο Χάρυ με δυσκολία μπορούσε να δει τον δρόμο.
distinguish [sb/sth] from [sb/sth] vtr + prep (see the difference between) (κπ/κτ από κπ/κτ)διακρίνω ρ μ
  (κπ/κτ από κπ/κτ)ξεχωρίζω ρ μ
 Some people find it difficult to distinguish right from wrong.
 Κάποιοι άνθρωποι το βρίσκουν δύσκολο να διακρίνουν το σωστό απ' το λάθος.
 Κάποιοι άνθρωποι το βρίσκουν δύσκολο να ξεχωρίσουν το σωστό απ' το λάθος.
distinguish [sb/sth] vtr (make different)χαρακτηρίζω ρ μ
 Francesca's Italian accent is what distinguishes her.
 Η ιταλική προφορά της Φραντσέσκα είναι αυτό που τη χαρακτηρίζει.
distinguish [sb/sth] from [sb/sth] vtr + prep (make different)ξεχωρίζω κπ/κτ από κπ/κτ, διακρίνω κπ/κτ από κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  κάνω κπ/κτ να διαφέρει από κπ/κτ, κάνω κπ/κτ να ξεχωρίζει από κπ/κτ περίφρ
 What distinguishes him from his colleagues is his unshakeable self-confidence.
 Αυτό που τον κάνει να διαφέρει (or: ξεχωρίζει) απ' τους υπόλοιπους συναδέλφους του είναι η ακλόνητη αυτοπεποίθησή του.
distinguish yourself vtr + refl (become prominent)διακρίνομαι ρ αμ
  είμαι διακεκριμένος ρ έκφρ
 This director has distinguished himself in the film industry.
 Ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης έχει διακριθεί στην κινηματογραφική βιομηχανία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
distinguish | distinguished
ΑγγλικάΕλληνικά
distinguish between [sth] and [sth] vi + prep (know the difference)ξεχωρίζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 I can't distinguish between the black and the dark brown.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Distinguished Service Order στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Distinguished Service Order».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!